Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Αυτισμός και Σύνδρομο Asperger

Αυτισμός και Σύνδρομο Asperger

γράφει η Τζένη Βαμβακά

Γίνεται τελευταία πολύ συζήτηση για το τι είναι αυτισμός και Σύνδρομο Asperger ας δούμε λοιπόν αναλυτικά κάποιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτά τα δύο για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς.

Τι είναι Αυτισμός

      Ο όρος «Αυτισμός» προέρχεται από την ελληνική λέξη «εαυτός» και επιλέχθηκε από τον L. Kanner   ακριβώς για να υποδηλώνει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των ατόμων, την αδυναμία τους να επικοινωνήσουν.
     Ο Αυτισμός είναι μια ισόβια αναπτυξιακή διαταραχή, μια αναπηρία που εμποδίζει τα άτομα να κατανοούν σωστά όσα βλέπουν, όσα ακούν και γενικά αισθάνονται.
    Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στις κοινωνικές τους σχέσεις, την επικοινωνία και τη συμπεριφορά τους.
    Τα αυτιστικά άτομα πρέπει να μάθουν με πολύ μεγάλο κόπο, φυσιολογικά πρότυπα λόγου και επικοινωνίας και σωστούς τρόπους, να συνδέονται με ανθρώπους, αντικείμενα και γεγονότα, που είναι περίπου όμοιοι με αυτούς που χρησιμοποιούνται για άτομα που έχουν πάθει εγκεφαλικό επεισόδιο.
    Ο Αυτισμός είναι μια από τις πιο οδυνηρές ανάμεσα σε όλες τις μειονεκτικές καταστάσεις. Δεν υπάρχει θεραπεία. «Εμφανίζεται σε ποσοστό 3-4 έως και 6/1.000, είναι δε 4 φορές πιο συχνός στα αγόρια από ότι στα κορίτσια. Τέσσερα στα πέντε άτομα με αυτισμό είναι αρσενικού φύλου.
    Παρουσιάζει διαφορετικού βαθμού σοβαρότητα από άτομο σε άτομο, μπορεί να είναι ήπιος, μέτριος ή σοβαρός.
Συχνά εμφανίζεται μαζί με άλλες ιατρικές καταστάσεις, μεταξύ των οποίων η πιο συχνή είναι η νοητική καθυστέρηση.
    Περίπου 10-20% των ατόμων με αυτισμό έχουν νοημοσύνη αντίστοιχη του μέσου όρου ή πάνω από το μέσο όρο, 10% παρουσιάζει ελαφρά νοητική καθυστέρηση, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό 70% περίπου, παρουσιάζει σοβαρή νοητική καθυστέρηση.
    Είναι γνωστό ότι ο αυτισμός και νοητική καθυστέρηση είναι δυο διαφορετικές αναπτυξιακές διαταραχές.
    Είναι επομένως, κατανοητό ότι τα άτομα με αυτισμό διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ως προς τη σοβαρότητα της διαταραχής, όσο και ως προς το βαθμό της συνυπάρχουσας νοητικής καθυστέρησης ή ως προς το υψηλό νοητικό δυναμικό.
    Ενώ έχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους, οι οποίες αφορούν τα βασικά χαρακτηριστικά του αυτισμού, έχουν και σημαντικές διαφορές.
    Έτσι, υπάρχουν άτομα ικανά που έχουν σπουδάσει, γράφουν βιβλία, δίνουν διαλέξεις, ενώ άλλα μπορεί να μην αναπτύξουν ποτέ λόγο, είναι απομονωμένα, παρουσιάζουν  διάφορα προβλήματα συμπεριφοράς».

   Παράγοντες

Οι εξωτερικές συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτισμό είναι:
- Διάφορα τραύματα κατά τη γέννηση.
- Η Οζώδης σκλήρυνση, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν νευρολογικό νόσημα, είναι μια κληρονομική κατάσταση που δημιουργεί μπαλώματα μη φυσιολογικού φλοιού στον εγκέφαλο, στο δέρμα και σε άλλα όργανα.
- Αθεράπευτη φαινυλκετονουρία, μια κληρονομική κατάσταση που προκαλεί μια βιοχημική ανωμαλία, μια διαταραχή στο μεταβολισμό. Μπορεί να θεραπευτεί με μια ειδική δίαιτα, εάν διαγνωστεί στη νηπιακή ηλικία.
- Μερικές ιώσεις και άλλου είδους μολύνσεις της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη, ιδιαίτερα η ιλαρά.
- Νηπιακοί, βρεφικοί σπασμοί, ένας σπάνιος και σοβαρός τύπος επιληψίας που συμβαίνει στο πρώτο έτος της ηλικίας.
- Μαθησιακές δυσκολίες.
- Αύξηση οπιοειδών πεπτιδίων στον οργανισμό. Τα οπιοειδή πεπτίδια προέρχονται κυρίως από τη γλουτένη και την καζεΐνη.
- Έλλειψη βιταμινών και ιχνοστοιχείων που χρειάζονται για τη λειτουργία των ενζύμων.
- Λοιμώξεις του αυτιού, κατά τη βρεφική και πρώιμη νηπιακή ηλικία.
- Συχνή χρήση αντιβιοτικών, οδηγεί στην αύξηση μικροοργανισμών στο έντερο. Π.χ Candida (μονίλια ή ωίδιο).
- Τροφές και φάρμακα πλούσια σε φαινόλες. Έτσι φάρμακα όπως η παρακεταμόλη, τροφές όπως η σοκολάτα, ποτά από μήλα ή εσπεριδοειδή, κατά κάποιο τρόπο ενθαρρύνουν το πρόβλημα.
- Τα νέα εμβόλια του 1998,ιλαράς,παρωτίτιδας, ερυθράς.
- Εμβόλια που περιέχουν ιώδιο όπως: το τριπλό κατά της διφθερίτιδας,του τετάνου, του κοκίτη, της μηνιγγίτιδας.
- Επεισόδιο εγκεφαλίτιδας ή μηνιγγίτιδας.
- Χαμηλά επίπεδα θειϊκού μαγνησίου.
- Σοβαρές βλάβες ακοής και όρασης, μπορεί να εμφανίσουν περιστασιακά αυτιστικές διαταραχές.
- Στέρηση φροντίδας από το παιδί στη νηπιακή ηλικία δημιουργεί αυτιστικά στοιχεία, τα οποία αποβάλλονται όταν το παιδί ενταχθεί σε περιβάλλον φροντίδας και αγάπης.
- Η μέντα, ο δυόσμος, η καφεΐνη, το χαμομήλι δρουν σαν αντίδοτο όταν χορηγούνται στο παιδί βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.

     Αίτια

    Η αιτία του αυτισμού είναι οργανική και αφορά τον εγκέφαλο. Επομένως το πρόβλημα το δημιουργεί μια εγκεφαλική δυσλειτουργία.
    «Με τη πάροδο των ετών έχουν διατυπωθεί ποικίλες θεωρίες όσον αφορά την περιοχή του εγκεφάλου που επηρεάζεται. Πρόσφατη έρευνα προτείνει ότι τα μέρη του εγκεφάλου που περιλαμβάνονται ονομάζονται σύστημα υπερμεσολόβιου έλικα και παρεγκεφαλίδα.
    Η μελέτη του εγκεφάλου έδειξε ανωμαλίες σ’ αυτές τις περιοχές σε μικροσκοπικό επίπεδο οι οποίες πιθανόν να χρονολογούνται πριν από τη γέννηση.
    Προγεννητικές  οργανικές βλάβες σε αυτές τις περιοχές είναι πιθανόν να παρεμβάλλονται στις διαδικασίες διεκπεραίωσης όλων των ειδών των πληροφοριών που εισέρχονται διαμέσου των αισθήσεων και έχουν αξιοσημείωτες επιρροές στη μάθηση, τις συναισθηματικές ανταποκρίσεις και τη συμπεριφορά γενικά.
    Τα ευρήματα μπορούν να συνδεθούν με το γεγονός ότι η μηχανική μνήμη στον αυτισμό είναι συχνά καλή, ενώ η μνήμη που απαιτεί τη σύνδεση και την επεξεργασία των στοιχείων των πληροφοριών είναι φτωχή.
    Η έρευνα επίσης συνεχίζεται για τα νευροχημικά, τα οποία εξυπηρετούν τη μετάδοση των μηνυμάτων στον εγκέφαλο και τις φυσιολογικές μετρήσεις των διεργασιών του εγκεφάλου.
     Τα αποτελέσματα είναι προς το παρόν μεταβαλλόμενα, αλλά βελτίωση των τεχνικών, που περιλαμβάνουν νέες μεθόδους απεικόνισης του εγκεφάλου, ελπίζεται ότι θα παράγουν ευρήματα για καλύτερα συμπεράσματα στο μέλλον.
Τώρα υπάρχει ενδιαφέρον για τις ορμόνες, όπως η οξυτοσύνη, η οποία επηρεάζει την πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου».
                            
Οι Βιολογικές Καταβολές

    «Τι προκαλεί τον Αυτισμό και τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό;».
    «Κανένα άλλο ερώτημα δεν τίθεται πιο συχνά από όλους εκείνους που ασχολούνται με την αινιγματική αυτή διαταραχή. Ιδανικά, θα έπρεπε να υπάρχει μια απάντηση που να εξηγεί και να προλαμβάνει την εκδήλωση του Αυτισμού υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την κατάλληλη θεραπεία.
     Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Η πλήρης εικόνα των αιτίων και συνεπειών, η διαπλοκή του βιολογικού και του ψυχολογικού, τελικά θα αποκαλυφθεί, αλλά το τεράστιο αυτό ψηφιδωτό χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά και χρόνο.
     Εν τω μεταξύ, μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια απλή απάντηση που μπορεί να εξηγήσει, να θεραπεύσει και να προλάβει τον Αυτισμό: ότι δηλαδή, ο Αυτισμός προκαλείται από ψυχοδυναμικές συγκρούσεις μεταξύ της μητέρας και του παιδιού ή από κάποιο έντονο υπαρξιακό άγχος που βιώνεται από το παιδί και θεραπεύεται με την επίλυση της πρωταρχικής σύγκρουσης. Παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, η λανθασμένη αυτή πεποίθηση υπάρχει, όπως και η άλλη που υποστηρίζει ότι κάποιος μπορεί να πεθάνει από «ερωτική απογοήτευση» ή από «κακό μάτι».
    Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατον να γίνει ένα παιδί αυτιστικό επειδή η μητέρα του δεν του προσέφερε επαρκή αγάπη ή επειδή αισθάνεται ότι απειλείται η ζωή του και η ταυτότητά του.
    Αναμφίβολα, ο Αυτισμός είναι το αποτέλεσμα οργανικής δυσλειτουργίας και έχει βιολογική προέλευση. Ποια είναι η φύση της δυσλειτουργίας και σε τι οφείλεται η ανωμαλία, αποτελούν τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν στο παρόν κεφάλαιο. Οι έρευνες όμως βρίσκονται ακόμη στο αρχικό στάδιο». 
    «Τα αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της οργανικής αιτιολογίας είναι ακόμη λιγοστά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η απόρριψη των ψυχοδυναμικών αιτίων γίνεται πρόωρα. Τα ψυχοδυναμικά αίτια απορρίπτονται επειδή δεν έχουν νόημα.
    Σήμερα, είμαστε σε θέση να απορρίπτουμε τις προσπάθειες επεξήγησης του συνδρόμου Down σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρία, ερμηνείες που έκαναν την εμφάνισή τους λίγο πριν την ανακάλυψη της χρωμοσωματικής προέλευσης του συνδρόμου. Αλλά θα μπορούσαν να τα είχαν καταφέρει καλύτερα ακόμα και τότε.
    Στον Αυτισμό, όπως και στην περίπτωση του συνδρόμου Down, υπάρχουν πολλά στοιχεία που, πολύ απλά, είναι ασυμβίβαστα με την ψυχοδυναμική θεωρία.
    Για παράδειγμα, ο Αυτισμός εκδηλώνεται σε όλων των ειδών τις οικογένειες και τα πολιτιστικά πλαίσια και όχι αποκλειστικά στις προβληματικές οικογένειες με ανεπίλυτες συναισθηματικές συγκρούσεις.
    Οι προβληματικές οικογένειες μπορεί να παράγουν προβληματικά παιδιά, αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ ενός συναισθηματικά διαταραγμένου και ενός αυτιστικού παιδιού. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι γονείς των αυτιστικών παιδιών αγαπούν λιγότερο τα παιδιά τους ή καταβάλλουν λιγότερες προσπάθειες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή τους.
    Η κοινή πεποίθηση είναι ότι πολλοί προσπαθούν εντονότερα και με μεγάλη αυταπάρνηση. Ένας λόγος που αυτός ο μύθος για τον Αυτισμό έχει αποδειχθεί τόσο ανθεκτικός είναι ότι τον υιοθέτησε ο ίδιος ο Kanner.
    O Kanner, εντυπωσιάστηκε από τα αυτιστικά στοιχεία που διαπίστωσε σε μερικούς γονείς. Θα μπορούσε όμως να είχε εξετάσει και την πιθανότητα του γενετικού παράγοντα, όπως έκανε ο Asperger. Τον προσέλκυσε όμως η ιδέα ότι τα αυτιστικά στοιχεία των γονέων θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στη διαδικασία ανατροφής των παιδιών και αυτό από μόνο του ίσως να προκαλούσε Αυτισμό. Εάν ήταν έτσι, οποιοδήποτε παιδί βιώνει κακές συνθήκες ανατροφής εκ μέρους των γονέων του, θα έπρεπε να είναι αυτιστικό. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει σε καμιά περίπτωση.
    Ο θρίαμβος που συντελείται επί των δυσμενών περιβαλλοντικών συνθηκών, όταν οι τελευταίες εξαλείφονται, καταδεικνύει την ικανότητα προσαρμογής των ανθρώπων. Αυτό όμως ισχύει μόνο, όταν δεν έχει επέλθει οργανική βλάβη.
    Όπως και με κάθε άλλη αναπτυξιακή διαταραχή είναι απολύτως αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας τους οργανικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Πρέπει να υπάρχει αλληλεπίδραση ή αμοιβαία επιρροή μεταξύ των δύο αυτών παραγόντων, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη.
    Όσον αφορά στην ανατροφή των παιδιών, οι καλοί γονείς και η ειδική εκπαίδευση δεν θα επαναφέρουν στο φυσιολογικό ένα παιδί με οργανική βλάβη, αλλά θα το βοηθήσουν να αξιοποιήσει στο έπακρο το υπάρχον δυναμικό του.
    Δεν απαιτείται ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβουμε ότι ένα πενιχρό εκπαιδευτικό και ψυχολογικό περιβάλλον δεν επιτρέπει την ανάλογη αξιοποίηση. Η διαπίστωση αυτή όμως δεν βοηθάει στην κατανόηση του Αυτισμού γιατί ισχύει για όλα τα παιδιά».
    Αμερικανοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι έχουν ατράνταχτα στοιχεία ότι ο αυτισμός σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζεται με φλεγμονή στον εγκέφαλο, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Annals of Neurology.    
   Ο αυτισμός παρατηρείται σε 3-4/10.000 παιδιά. Σε σχέση με το φύλο υπερτερούν κατά πολύ τα αγόρια, τέσσερα αγόρια/ένα κορίτσι.

Τι μπορεί να συμβαίνει με τον Εγκέφαλο;



   «Εάν ο Αυτισμός είναι μια οργανική διαταραχή, τότε θα περίμενε κανείς η ανωμαλία να εντοπίζεται αμέσως κατά την εξέταση του εγκεφάλου. Η μέθοδος αυτή δεν είναι καθόλου απλή και κρυστάλλινη.
    Αντιθέτως , εμπεριέχει μεγάλο ρίσκο. Υπάρχουν πολλές πιθανότητες ότι θα βρεθεί κάποια δομική βλάβη, και η βλάβη αυτή μπορεί να είναι οτιδήποτε- από μικροσκοπική μέχρι εκτεταμένη, από ατέλειες των νευρώνων μέχρι ελλιπή ανάπτυξη ολόκληρων κυτταρικών συστημάτων.
    Υπάρχουν επίσης πολλές πιθανότητες να βρεθεί δυσλειτουργία σε επίπεδο φυσιολογίας. Λόγου χάρη, πιθανόν να υπάρχει σχετική έλλειψη ή πλεονασμός νευρομεταβιβαστικών ουσιών ή να λείπει ένα ένζυμο, όπως πράγματι συμβαίνει με ορισμένες σπάνιες αναπτυξιακές διαταραχές. Η ασαφής αυτή κατάσταση θέτει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Όσο περισσότερες πλευρές διερευνώνται, τόσο πιθανότερο είναι να εντοπιστούν μη σχετικές ελλείψεις και ατέλειες που δεν έχουν καμιά ζωτική σχέση με τον Αυτισμό.
    Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να θυμόμαστε, όταν αξιολογούμε μελέτες ανατομίας και φυσιολογίας, είναι ότι ο Αυτισμός είναι μια αναπτυξιακή διαταραχή. Ενδεχομένως αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια διάχυτη ανωμαλία της ανάπτυξης.
   Η διάκριση μεταξύ μιας αναπτυξιακής διαταραχής και μιας βλάβης που εμφανίζεται αργότερα είναι πολύ σημαντική υπόθεση. Για παράδειγμα, η εκ γενετής κώφωση επηρεάζει άμεσα τη γλωσσική κατάκτηση αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με την απώλεια ακοής σε μεγάλη ηλικία.
    Συμπεριφορά αυτιστικού τύπου μπορεί να παρατηρηθεί και σε ενήλικες με εγκεφαλική βλάβη ή ψύχωση που δεν είχαν επιδείξει ποτέ παρόμοια συμπεριφορά στο παρελθόν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για Αυτισμό.
    Η φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν κάνουμε υποθέσεις για το είδος της βλάβης που θα μπορούσε να προκαλέσει τον Αυτισμό. Είναι πλέον γνωστό ότι τα εγκεφαλικά κύτταρα αρχικά πολλαπλασιάζονται και μετά «φυλλορροούν» κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής ανάπτυξης. Ο αναπτυσσόμενος, και όχι ο πλήρως ανεπτυγμένος, εγκέφαλος είναι αυτός που έχει τη μεγαλύτερη πυκνότητα κυττάρων και τις περισσότερες συνάψεις ανά κύτταρο, σε αντίθεση προς την ιδέα ότι ανάπτυξη σημαίνει αύξηση και όσο περισσότερα τόσο καλύτερα.
    Η ανακοπή της ανάπτυξης επομένως ίσως να υποδηλώνει την αποτυχία διακοπής αυτής της λειτουργίας παρά τη συνέχισή της. Η αύξηση των νευρώνων ακολουθεί τις οδηγίες των γονιδίων. Εάν ο προγραμματισμός του γονιδίου είναι ελαττωματικός, τότε εμφανίζονται ανωμαλίες. Π.χ., η διακοπή της λειτουργίας της αύξησης μπορεί να συμβεί με μεγάλη καθυστέρηση. Σε αυτή την περίπτωση, θα περίμενε κανείς αυξημένη κυτταρική πυκνότητα που πράγματι βρέθηκε στις μετά θάνατο εξετάσεις αρκετών αυτιστικών ασθενών.
   Θα ήταν ωφέλιμο να διακρίνουμε τις ανωμαλίες σύμφωνα με την χρονική τους προέλευση και τις συνέπειές τους στην ανάπτυξη. Ένας ύποπτος και παράξενος σωματικός δείκτης ανωμαλιών κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη παρατηρείται στις έλικες και τις σπείρες των άνω και κάτω άκρων.
     Χαρακτηριστικά ανώμαλα δείγματα έχουν αναφερθεί σε μερικά αυτιστικά παιδιά. Εάν η εμφάνισή τους μπορούσε να συνδεθεί με κάποιο ζωτικό χρονικό σημείο της προγεννητικής ανάπτυξης, θα είχαμε ίσως ένα στοιχείο σχετικά με την βιολογική έναρξη του Αυτισμού. Παρομοίως, τα ανώμαλα πρότυπα πλευρίωσης, τα οποία έχουν παρατηρηθεί σε πληθυσμιακές μελέτες αυτιστικών παιδιών, υποδηλώνουν πρώιμη προγεννητική βλάβη.
    Οι αυτοψίες εγκεφάλων αυτιστικών ανθρώπων είναι ακόμη λιγοστές και αποσπασματικές. Αυξάνονται όμως οι μελέτες «ζώντων» εγκεφάλων με τη χρήση, π.χ. της αξονικής τομογραφίας. Η μέθοδος αυτή παρέχει χονδρικές μετρήσεις  οι οποίες αξιολογούν τη σχέση μεταξύ περιοχών του εγκεφάλου που καλύπτονται από κύτταρα και υγρό.
    Εάν υπάρχει κυτταρική ατροφία ή πίεση, τότε οι περιοχές που καλύπτονται από υγρό εμφανίζονται σχετικά μεγαλύτερες.
Εάν ο Αυτισμός συνδέεται με την καταστροφή-παρά με τον πολλαπλασιασμό-των κυττάρων, τότε θα έπρεπε οι περιοχές που καλύπτονται από υγρό να είναι μεγενθυμένες. Μια μελέτη που κατέδειξε μια τέτοια μεγέθυνση το 1978 προκάλεσε αρκετό ενδιαφέρον. Η μεγέθυνση ήταν περισσότερο αισθητή στο αριστερό ημισφαίριο.
   Η υπαινισσόμενη συσχέτιση ταίριαζε πολύ καλά με τις νευροψυχολογικές έννοιες, οι οποίες συνέδεαν τη βλάβη στο αριστερό ημισφαίριο με γλωσσική δυσλειτουργία που εδώ και καιρό θεωρείται το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα του Αυτισμού. Η υπόθεση αυτή έδειξε να επιβεβαιώνεται από μεγάλο αριθμό νευροψυχολογικών μελετών που προκάλεσαν έντονες συζητήσεις. Τελικά, δεν στάθηκε δυνατό να αποδειχθεί ότι μια συγκεκριμένη βλάβη στο αριστερό ημισφαίριο ήταν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, ζωτικής σημασίας για την εκδήλωση του Αυτισμού. Αντιθέτως, είναι πιθανόν ότι μια τέτοια βλάβη αποτελεί μια πρόσθετη εγκεφαλική μειονεξία για τα αυτιστικά παιδιά».
     Από τότε έχουν γίνει πολλών ειδών εγκεφαλικές ανιχνεύσεις-όπως τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων που καταμετρά το ρυθμό απορρόφησης της γλυκόζης σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, και μαγνητική συνηχητική απεικόνιση, που καθιστά ορατό το νευρικό ιστό και εντοπίζει βλάβες. Αν και οι μελέτες αυτές συνεχίζουν να παρέχουν απτές ενδείξεις εγκεφαλικής παθολογίας σε πολλά αυτιστικά άτομα, ωστόσο δεν προσφέρουν μια σαφή λογική εξήγηση που θα μας επέτρεπε να εστιάσουμε την προσοχή μας σε μια συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου. Μια πρόσφατη μελέτη, που έγινε με τη βοήθεια της μαγνητικής συνηχητικής απεικόνισης, παρουσίασε ένα καινούργιο, ενθαρρυντικό στοιχείο. Η έρευνα εντόπισε μια ασυνήθιστη δυσπλασία ενός μικρού μέρους της παρεγκεφαλίδας σε ένα μεγάλο αριθμό αυτιστικών ανθρώπων, μερικοί εκ των οποίων είχαν και νοητική καθυστέρηση. Είναι πιθανόν ότι αυτή η ανωμαλία συνδέεται με ανωμαλίες σε άλλα μέρη του εγκεφάλου τα οποία ακόμη δεν έχουν διερευνηθεί. Προς το παρόν, δεν έχει αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο η ανωμαλία αυτή σχετίζεται με τα συμπεριφορικά συμπτώματα.
    Εκτός από την τελευταία αυτή μελέτη το κύριο πρόβλημα των ανατομικών ερευνών έγκειται στο ότι δεν έχουν καταφέρει ακόμη να παρουσιάσουν αποδείξεις που θα απέκλειαν τη γενικευμένη παθολογία ή θα καταδείκνυαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης παθολογίας, τα οποία πιθανώς θα επαρκούσαν για την επεξήγηση της γενικής μειονεξίας.
    Όπως θα διαπιστώσουμε, η εγγενής αυτή δυσκολία των ερευνών σχετικά με τις μη φυσιολογικές νοητικές λειτουργίες έχει μερικώς μόνο ξεπεραστεί στον τομέα των ψυχολογικών ερευνών. Η αντίρρηση προς τα στοιχεία που υποδηλώνουν γενική ανεπάρκεια οφείλεται στο ότι προβάλλουν υπερβολικά πολλές αιτίες για την παρουσία επί μέρους ελλείψεων.
Είναι προφανές ότι η κυτταρική απογύμνωση του εγκεφαλικού φλοιού (όπως αποδεικνύεται, π.χ., από τις καλυπτόμενες με υγρό μεγενθυμένες περιοχές)ή ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων (όπως υποδηλώνεται από την ανώμαλη ανάπτυξη των νευρώνων) είναι κάτι κακό.
    Δεν θα μας εξέπληττε το γεγονός ότι τέτοιες καταφανείς βιολογικές ανωμαλίες προκαλούν την εκδήλωση αναπτυξιακών διαταραχών ή συμπεριφορικών προβλημάτων. Αλλά γιατί θα έπρεπε να προκαλούν Αυτισμό; Και γιατί μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις;
     Τα ίδια ερωτήματα ισχύουν και όταν αξιολογούμε βιοχημικές μελέτες. Μελέτες τέτοιου είδους έχουν γίνει πολλές αλλά προς το παρόν δεν παρουσιάζουν μια συγκροτημένη και συνεκτική εικόνα. Ένα παράδειγμα ανεξήγητου αλλά έγκυρου ευρήματος είναι η σημαντική αύξηση της σεροτονίνης στο αίμα πολλών αυτιστικών παιδιών, τη στιγμή που η στάθμη της στο νωτιαίο υγρό και σε άλλα όργανα του σώματος κυμαίνεται σε φυσιολογικά επίπεδα. Η ανωμαλία αυτή αποδόθηκε σε μια μεταβολή της απορρόφησης ή αποθήκευσης της σεροτονίνης στα αιμοπετάλια.
     Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα συγκεκριμένο παράγοντα που εμπεριέχει πιθανά στοιχεία για τη βιολογική βάση του Αυτισμού. Αλλά τι σημαίνει; Οποιαδήποτε συσχέτιση ενός τέτοιου ευρήματος με τα συμπεριφορικά συμπτώματα του Αυτισμού θα ήταν εξαιρετικά δυσδιάκριτη.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η ελπίδα για μια φαρμακολογική θεραπεία του Αυτισμού αποτελεί  ισχυρό κίνητρο για τη διερεύνηση παρακινδυνευμένων επιστημονικών υποθέσεων.
    Διάφορες νευρομεταβιβαστικές ουσίες, ένζυμα, βιταμίνες και τρόποι διατροφής έχουν δοκιμαστεί και συνεχίζουν να δοκιμάζονται με αξιόλογα μερικές φορές αποτελέσματα. Πολλοί θα υποστήριζαν ότι η αντίληψη «γιατί να μη δοκιμάσουμε και αυτό;» είναι καλύτερη από το «να μη δοκιμάζουμε τίποτα». Χωρίς αμφιβολία, ορισμένα συμπτώματα του Αυτισμού αντιμετωπίζονται θετικά με φαρμακευτικές ουσίες. Ωστόσο, φαίνεται μάλλον απίθανο ότι θα βρεθεί μια φαρμακευτική θεραπεία που θα προλαμβάνει ή θα αντιστρέφει την πορεία της αναπτυξιακής εγκεφαλικής παθολογίας. 

Τι είναι οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές ;

    Ο όρος διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές υπάρχει και στα δύο έγκυρα ταξινομητικά εγχειρίδια που είναι το ICD-10 της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και το DSM-IV διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης. Είναι ο όρος που καλύπτει όλο το Φάσμα του Αυτισμού. Στην μια άκρη του φάσματος βρίσκεται η τυπική μορφή του αυτισμού γνωστή ως σύνδρομο Kanner, στην άλλη τα υψηλής λειτουργικότητας, το σύνδρομο Asperger και ενδιάμεσα οι άλλες μορφές του αυτισμού.
    Αυτή η ομάδα διαταραχών χαρακτηρίζεται από ποιοτικές ανωμαλίες στις κοινωνικές συναλλαγές και στους τρόπους επικοινωνίας καθώς και από περιορισμένο, στερεότυπο, επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων. Οι ποιοτικές αυτές ανωμαλίες αποτελούν διάχυτο χαρακτηριστικό της λειτουργικότητας του ατόμου, υπό οιανδήποτε συνθήκη, αν και είναι δυνατό να ποικίλουν σε βαρύτητα.
Στις διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές περιλαμβάνονται τα σύνδρομα που αναφέρονται παρακάτω ενώ δίπλα τους υπάρχουν και οι ονομασίες που κατά καιρούς  χρησιμοποιήθηκαν για να υποδηλώσουν αυτά.

1.Αυτισμός της παιδικής ηλικίας : αυτιστική διαταραχή, βρεφικός αυτισμός, βρεφική ψύχωση, σύνδρομο Kanner.

2.Άτυπος αυτισμός : άτυπη ψύχωση της παιδικής ηλικίας, νοητική καθυστέρηση με αυτιστικά χαρακτηριστικά.
3.Σύνδρομο Rett

4.Άλλη αποργανωτική διαταραχή της παιδικής ηλικίας:  βρεφική άνοια, αποδιοργανωτική- αποαπαρτιωτική  ψύχωση, σύνδρομο Heller.

5.Διαταραχή υπερδραστηριότητας σχετιζόμενη με νοητική καθυστέρηση και στερεότυπες κινήσεις

6.Σύνδρομο Asperger : αυτιστική ψυχοπαθητική διαταραχή, σχιζοειδής διαταραχή της παιδικής ηλικίας.

7.Άλλες διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές

8.Διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, μη καθοριζόμενη

Αυτισμός και Σύνδρομο Asperger:


    O Kanner (Κάνερ) το 1943 περιέγραψε για πρώτη φορά τον αυτισμό. Τότε πίστευε ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν φυσιολογική νοημοσύνη όμως όπως αργότερα φάνηκε ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών έχει «νοητική υστέρηση» και σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες. Χρησιμοποιείται ο όρος νοητική υστέρηση για τις αναπτυξιακές διαταραχές γενικότερα που έχουμε σε γνωστικό – αντιληπτικό επίπεδο.   Επίσης ο αυτισμός συνυπάρχει με διαταραχές στην γλώσσα και συχνά στον λόγο. Αρχικά μίλησε για «γονείς ψυγεία», κάτι που αργότερα το αναίρεσε ο ίδιος και φυσικά ξέρουμε σήμερα ότι δεν ισχύει .
     Ο Asperger χωρίς να γνωρίζει την εργασία του Kanner περιέγραψε μια κατηγορία παιδιών το 1944 την οποία ονόμασε «αυτιστική ψυχοπάθεια».  Σήμερα τα διαγνωστικά συστήματα και οι ταξινομήσεις όταν αναφέρονται στο σύνδρομο Asperger περιγράφουν άτομα με αυτιστικού τύπου διαταραχές αλλά υψηλής λειτουργικότητας και  με δείκτη νοημοσύνης οριακό έως φυσιολογικό  και δεξιότητες στη γλωσσική δομή. Όπως αρκετά άτομα με αυτισμό μπορεί να έχουν ιδιαίτερες ικανότητες σε κάποιους τομείς (καλλιτεχνικούς, αριθμομνήμονες, γενικά απομνημόνευσης, υπολογιστές κλπ).



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΣΠΕΡΓΚΕΡ

Το σύνδρομο Άσπεργκερ είναι μια ισόβια διαταραχή που επηρεάζει το πως το άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο, επεξεργάζεται τις πληροφορίες που λαμβάνει και αλληλεπιδρά με άλλα άτομα. Αποτελεί όπως και ο κλασσικός αυτισμός μια «διαταραχή φάσματος» επειδή επηρεάζει τα άτομα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και σε ποικίλο βαθμό.

Ενώ υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στο σύνδρομο Άσπεργκερ και τον κλασσικό αυτισμό, τα άτομα με Άσπεργκερ έχουν λιγότερα προβλήματα με τη λεκτική επικοινωνία και έχουν συνήθως μέση ή και ανώτερη νοημοσύνη. Δεν υποφέρουν συνήθως από τις μαθησιακές δυσκολίες που συνδέονται με τον αυτισμό, αλλά ενδέχεται να παρουσιάσουν συγκεκριμένα μαθησιακά προβλήματα όπως δυσλεξία, δυσπραξία ή άλλες καταστάσεις όπως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής - υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ).

Με την κατάλληλη υποστήριξη, τα άτομα με Άσπεργκερ είναι απόλυτα ικανά να ζήσουν μια ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη ζωή.
Τα ακριβή αίτια του συνδρόμου Άσπεργκερ είναι ακόμα αντικείμενο έρευνας. Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι ένας συνδυασμός παραγόντων, γενετικών όσο και περιβαλλοντικών, μπορεί να ευθύνεται για τις αλλαγές στη νευροβιολογική εξέλιξη του εγκεφάλου που σχετίζονται με την εμφάνιση του συνδρόμου.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Προς το παρόν δεν υπάρχει θεραπεία ή συγκεκριμένος ιατρικός τρόπος αντιμετώπισης του συνδρόμου Άσπεργκερ. Τα παιδιά με Άσπεργκερ μεγαλώνοντας γίνονται ενήλικες με Άσπεργκερ. Βέβαια καθώς η κατανόηση μας για το φαινόμενο αυξάνεται ποιοτικά και ποσοτικά και οι υποστηρικτικές υπηρεσίες βελτιώνονται τα άτομα με Άσπεργκερ έχουν αυξημένες ευκαιρίες να αναγνωρίσουν ακι να εκμεταλλευτούν το δυναμικό τους και τελικά να ζήσουν μια αξιοπρεπή και δημιουργική ζωή απολαμβάνοντας τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Τώρα πια υπάρχουν αρκετές θεραπευτικές προσεγγίσεις και παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν τη ποιότητα ζωής ενός ατόμου με Άσπεργκερ. Σε αυτές περιλαμβάνονται παρεμβάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης, συμπεριφορική θεραπεία και ακόμα και αλλαγές στη διατροφή.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΑΣΠΕΡΓΚΕΡ

Το σύνδρομο Άσπεργκερ πολλές φορές χαρακτηρίζεται ως «κρυφή διαταραχή». Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος έχει αυτό το σύνδρομο από την εξωτερική του εμφάνιση. Τα άτομα με Άσπεργκερ αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε τρεις τομείς. Αυτή είναι η γνωστή «τριάδα των διαταραχών»:

    Κοινωνική αλληλεπίδραση
    Κοινωνική επικοινωνία
    Κοινωνική φαντασία

Τα χαρακτηριστικά αυτά και ο βαθμός εμφάνισης τους διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Παρακάτω εξηγούνται με περισσότερες λεπτομέρειες.

Πολλά άτομα με Άσπεργκερ επιζητούν την κοινωνική συναναστροφή, αλλά δυσκολεύονται στο να αρχίσουν και να διατηρήσουν κοινωνικές σχέσεις. Αυτό τους προκαλεί μεγάλο άγχος. Τα άτομο με Άσπεργκερ μπορεί:

    Να θέλει να κάνει φίλους, αλλά να μη διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες για να δημιουργήσει και να διατηρήσει φιλίες
    Να συμπεριφέρεται με κοινωνικά ακατάλληλο τρόπο
    Να είναι κοινωνικά απομονωμένο
    Να βρίσκει τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων απρόβλεπτη και αγχωτική

    Να δυσκολεύεται να αντιληφθεί τη σημασία της μη λεκτικής επικοινωνίας όπως χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου και στάση σώματος
    Να μη γνωρίζει πότε να αρχίσει ή να δώσει τέλος σε μια συζήτηση
    Να μιλά με μονότονη μη εκφραστική φωνή και να μην κατανοεί τη σημασία της αλλαγής τόνου
    Να αντιλαμβάνεται τα νοήματα πάντα κυριολεκτικά και να δυσκολεύεται στην αναγνώριση αστείων, μεταφορών και ειρωνείας
    Να έχει επιφανειακά τέλειο λόγο που όμως τείνει να είναι τυπικός και σχολαστικός
    Να δυσκολεύεται να φανταστεί εναλλακτικά κοινωνικά σενάρια και να προβλέψει τι θα συμβεί κατά την εξέλιξη μιας κοινωνικής επαφής
    Να δυσκολεύεται να ερμηνεύσει τα λόγια, τις πράξεις και τα συναισθήματα των άλλων
    Να έχει περιορισμένα ενδιαφέροντα με τα οποία ασχολείται σχολαστικά και επαναλαμβανόμενα
    Να επιμένει σε συγκεκριμένες ρουτίνες

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Επειδή η εμφάνιση των χαρακτηριστικών του συνδρόμου Άσπεργκερ διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο η διάγνωση είναι δύσκολη. Το σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί να διαγνωσθεί αργότερα απ’ ότι ο αυτισμός στα παιδιά και κάποια χαρακτηριστικά του μπορεί να μην διαγνωσθούν παρά μετά την ενηλικίωση. Συνήθως επίσημη διάγνωση μπορεί να γίνει από ψυχιάτρους ή κλινικούς ψυχολόγους. Για μερικούς μια τέτοια διάγνωση συνδέεται με ισόβιο στίγμα, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η διάγνωση βοηθάει το άτομο όπως και το ευρύτερο περιβάλλον του (οικογενειακό, σχολικό, εργασιακό) να καταλάβουν τις ιδιαιτερότητές του και να ανταποκριθούν στις ανάγκες του. Η διάγνωση επίσης εξασφαλίζει πρόσβαση στις απαιτούμενες υποστηρικτικές υπηρεσίες που μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή ενός τέτοιου ατόμου.

Αυτισμός και σχολείο

Όταν ένα παιδί με Αυτισμό ή Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή φτάσει τα 5 ή 6 είναι ώρα για την οικογένεια  να αντιμετωπίσει το θέμα Αυτισμός και σχολική ζωή.

Οι περισσότεροι γονείς απλά διαλέγουν σχολική δομή, από αυτές που το εκπαιδευτικό σύστημα τους παρέχει, και συνοδεύουν το παιδί τους μέχρι εκεί όταν αρχίσει η σχολική χρονιά. Οι γονείς των παιδιών με Αυτισμό όμως πρέπει να αναλάβουν ενεργό ρόλο για να πετύχουν την αποτελεσματικότερη ένταξη στο σχολικό πλαίσιο των παιδιών τους. Αυτό τις περισσότερες φορές συνεπάγεται μια σειρά από αξιολογήσεις του παιδιού και διαβουλεύσεις της οικογένειας με ειδικούς και δημόσιες υπηρεσίες αλλά και έρευνα σχετικά με τις διαθέσιμες δομές, ειδικά όταν αυτές σπανίζουν όπως στην Ελλάδα. Συχνά οι γονείς καλούνται να παίξουν το ρόλο του θεού, παίρνοντας αποφάσεις που θα επηρεάσουν καίρια το μέλλον και την εξέλιξη του παιδιού τους.

Επιφανειακά η άριστη επιλογή φαίνεται προφανής. Τι καλύτερο από το να ενταχθεί ένα αυτιστικό παιδί σε μια τυπική σχολική δομή με συνομήλικα παιδιά; Μακάρι να ήταν όλα τόσο απλά. Η ένταξη δεν είναι αυτόματη πολύ δε περισσότερο δεδομένη! Στην πραγματικότητα υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές μορφές σχολικής ένταξης που ποικίλουν από απόλυτα εξειδικευμένες εκπαιδευτικές δομές μέχρι αντίστοιχες συμβατικές. Αυτές είναι:
•        Ένταξη σε συμβατικές τάξεις
•        Ένταξη σε συμβατικές τάξεις με υποστήριξη
•        Ένταξη σε συμβατικές τάξεις με παράλληλη ενισχυτική διδασκαλία
•        Ένταξη στο κυρίως πρόγραμμα συμβατικών τάξεων με παράλληλη παρακολούθηση επιλεγμένων δραστηριοτήτων με τα άλλα παιδιά

Ποια είναι λοιπόν η καλύτερη επιλογή;

Η απάντηση, όπως συνήθως όταν μιλάμε για Αυτισμό, είναι ότι αυτό εξαρτάται. Είναι πολύ σημαντικό να διευκρινιστεί σε αυτό το σημείο ότι η επιλογή σχολικού / εκπαιδευτικού περιβάλλοντος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την γνωστική ικανότητα του ίδιου του παιδιού: η ένταξη σε μια συμβατική σχολική δομή μπορεί να αποδειχθεί πολύ δύσκολη ή και ακατόρθωτη υπόθεση ακόμα και για ένα υψηλά λειτουργικό παιδί με κανονική νοημοσύνη και από την άλλη μεριά μια εξειδικευμένη δομή μπορεί να έχει περιορισμούς όσον αφορά την επάρκεια του προσωπικού, τις εγκαταστάσεις και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης.

Το «σχέδιο δράσης» που θα καταρτίσει η οικογένεια προκειμένου να αντιμετωπίσει το θέμα, είναι εξ ορισμού πολυπαραγοντικό και επομένως πρέπει να προβλέπει εναλλακτικές διαδρομές και τροποποιητικές κινήσεις.

Τι εμπειρίες έχουν άλλοι γονείς αυτιστικών παιδιών;

Μιλήστε με όσο περισσότερους μπορείτε. Θυμηθείτε όμως ότι δεν υπάρχουν έτοιμες «συνταγές» καθολικής χρήσεως και απόλυτης αποτελεσματικότητας. Το παιδί σας (και κάθε αυτιστικό παιδί) είναι μια μοναδική περίπτωση.

Ενημερωθήκατε για τη σχετική με την ειδική αγωγή νομοθεσία;
Είναι λογικό να γνωρίζετε τα δικαιώματα σας καθώς και αυτά του παιδιού σας προτού έλθετε σε επαφή με κάποια σχολική δομή.

Εφόσον διαθέτετε:

μια έγκυρη αξιολόγηση των αδυναμιών και δυνατοτήτων του παιδιού σας

μια σαφή εικόνα των προσφερόμενων δομών και υπηρεσιών

ενημέρωση για τα δικαιώματα που σας παρέχει η νομοθεσία θα είσαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να κάνετε τις σωστές επιλογές σχολικού περιβάλλοντος για το παιδί σας.

Ο ρόλος του Εκπαιδευτικού - Στοιχεία απαραίτητα για μια άριστη Εκπαιδευτική Πρακτική

     Ενώ μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη κάποιων «σταθερών» με θετικό αντίκτυπο σε ένα παιδί με αυτισμό, στο επίκεντρο παραμένουν οι αδυναμίες και οι δυνατότητες κάθε συγκεκριμένου παιδιού και το πόσο αυτές είναι συμβατές με τον εκπαιδευτή και την εκπαιδευτική δομή.
    Σημαντικό ρόλο παίζει και η συνεργασία της οικογένειας με τον εκπαιδευτή καθώς συνήθως οι γονείς φέρνουν μαζί τους ένα συγκεκριμένο «ιδεολογικό φορτίο» που διαμορφώνεται από την δική τους αντίληψη για την κατάσταση του παιδιού τους, τυχόν προτιμήσεις σε θεραπευτικές παρεμβάσεις και εκπαιδευτικές προσεγγίσεις και γενικά επηρεασμούς από το ευρύτερο περιβάλλον τους.
    Λαμβάνοντας αυτά υπόψη μπορούμε να προχωρήσουμε στην συνοπτική απαρίθμηση κάποιων γενικών ποιοτικών στοιχείων που συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για αυτιστικούς μαθητές.

Ο δάσκαλος (είτε είναι δάσκαλος Ειδικής Εκπαίδευσης είτε τυπικός δάσκαλος συμβατικού σχολείου) θα πρέπει:

    Να έχει την απαιτούμενη εκπαίδευση και εμπειρία εργασίας με αυτιστικά παιδιά
    Να έχει την απαιτούμενη υποστήριξη από τη διεύθυνση της σχολικής δομής στην οποία εργάζεται. Θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του τα απαιτούμενα υλικά, πόρους και εκπαίδευση.
    Να έχει τη δυνατότητα, βάσει της Αξιολόγησης, του κάθε παιδιού, να τροποποιήσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ώστε να εξυπηρετήσει τις ιδιαίτερες ανάγκες του
    Να γνωρίζει πως θα εφαρμόσει μια εκλεκτική παιδαγωγική και διδακτική προσέγγιση
    Να έχει τη δυνατότητα και τα μέσα ώστε να μπορεί να υποστηρίξει τους μαθητές του ακαδημαϊκά και κοινωνικά

Επιπλέον η σχολική δομή θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι:
     και οι υπόλοιποι δάσκαλοι, ιδίως αυτοί της Φυσικής Αγωγής, θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στους απαιτούμενους πόρους και εκπαίδευση που θα τους επιτρέψει να δουλέψουν σωστά με τον αυτιστικό μαθητή
    ότι υποστηρικτικές θεραπείες όπως λογοθεραπεία και εργοθεραπεία θα είναι διαθέσιμες στους αυτιστικούς μαθητές στα πλαίσια του σχολικού προγράμματος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου